04.19.08
Τα επικοινωνιακά τρικ του ΣΥΡΙΖΑ και η κρυφή γοητεία της εξουσίας
Η πλούσια πείρα που συγκεντρώνεται από τους αγώνες των εργαζομένων κατά του αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου της ΝΔ και γενικότερα κατά της αντιλαϊκής πολιτικής που γέννησε τους αντιασφαλιστικούς νόμους Σιούφα και Ρέππα, επιτρέπει την εξαγωγή ουσιαστικών συμπερασμάτων για τη στάση πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων.
Στην πράξη, αποδεικνύεται ότι οι πλειοψηφίες των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ και η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν επί της ουσίας με την πολιτική της κυβέρνησης, αλλά συμπλέουν στη βασική γραμμή της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του κεφαλαίου, που έχει οδηγήσει στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, στην αύξηση του χρόνου που απαιτείται για την κατοχύρωση του δικαιώματος στη σύνταξη, στην καθήλωση, στη μείωση των συντάξεων κ.ά.
Χαρακτηριστικό αποδεικτικό στοιχείο είναι η εφαρμογή των νόμων Σιούφα από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και η υπεράσπιση – εφαρμογή του νόμου Ρέππα που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται για βαθιές αντιασφαλιστικές αλλαγές.
Στην πράξη, επίσης, αποδεικνύεται ότι, παρά τις κινήσεις εντυπωσιασμού που χρησιμοποιούνται για «να θολώσουν τα νερά», ούτε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η συνδικαλιστική του παράταξη μπορεί να αντιπαρατεθούν στην ουσία της αντιλαϊκής πολιτικής της ΝΔ. Και αυτό διαπιστώνεται, αποδεικνύεται από τις συγκεκριμένες θέσεις που έχει για την Κοινωνική Ασφάλιση.
Ας δούμε όμως τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα βασικά ζητήματα του Ασφαλιστικού, όπως αυτές παρουσιάστηκαν στις δύο συνεντεύξεις του, 24 Οχτώβρη 2007 και πρόσφατα, 18 Μάρτη 2008, όπου με ένα κείμενο γεμάτο ασάφειες, γενικολογίες, αντιφάσεις, επαναλήψεις προσπάθησε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να συγκαλύψει την ενσωμάτωσή του στην κυρίαρχη πολιτική. Εύκολο είναι;
Στο κεφάλαιο «Το πολιτικό πλαίσιο της ασφαλιστικής απορύθμισης», η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κάνει ό,τι μπορεί να μην αποκαλυφθεί ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ενωσης: «Από το 1990 και μετά οι κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ προώθησαν μια σειρά αλλαγές στην Κοινωνική Ασφάλιση, με τις οποίες υποβάθμισαν τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, μείωσαν τις συντάξεις τους», διαπιστώνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, η αντιασφαλιστική επίθεση ξεκίνησε το 1990 αλλά γιατί; Ανάμεσα στα άλλα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί ν’ αποκρύψει την πολιτική της «ανταγωνιστικότητας» που αποτελεί το πλαίσιο της αντιλαϊκής επίθεσης, που εκείνη την περίοδο διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, την οποία ψήφισε ο ΣΥΝ. Και σήμερα ακόμη, αποκρύβεται η στρατηγική της Λισαβόνας, για ν’ αθωωθεί η ΕΕ, που παρουσιάζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ στους εργαζόμενους σαν πρότυπο «παροχών».
Η στάση απέναντι στους αντιασφαλιστικούς νόμους της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι κρίσιμο ζήτημα και καθορίζει το ποιος είναι με ποιον. Για όποιον βρίσκεται στην απέναντι όχθη της αντιασφαλιστικής επίθεσης αποτελεί μονόδρομο η διεκδίκηση «Κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ». Αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για ανατροπή της αντιασφαλιστικής επίθεσης και διεύρυνση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων.
Η θέση, όμως, του ΣΥΡΙΖΑ, όπως παρουσιάστηκε στις 18 Μάρτη, είναι «Κατάργηση των αντιασφαλιστικών διατάξεων αυτών των νόμων». Αποφεύγει, βέβαια, να κατονομάσει τις αντιασφαλιστικές διατάξεις, για να ψαρεύει στα θολά. Πέραν των άλλων, το αίτημα αυτό διασπά τους αγώνες των εργαζομένων, αφού κάθε κλάδος θα περιορίζει τη δράση του στη συγκεκριμένη αντιασφαλιστική διάταξη που τον αφορά και όχι στο σύνολο των αντιασφαλιστικών νόμων. Νόμοι που υλοποιούν μια ενιαία αντιλαϊκή στρατηγική, με συγκεκριμένο στόχο τη μεταφορά ολοένα και περισσότερων βαρών στις πλάτες των εργαζομένων, τη χειροτέρευση των όρων συνταξιοδότησης, Υγείας, Πρόνοιας.
«Ποσοστό αναπλήρωσης 80% για την κύρια σύνταξη και 20% για την επικουρική σύνταξη». Ναι, καλά διαβάζουμε. Η επικουρική σύνταξη πρέπει να καθοριστεί στο 20%! Μόλις η θέση αυτή προστέθηκε στο αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο της ΝΔ, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με τη γνωστή διγλωσσία της, αφού πρώτα έβαλε πλάτη στην κυβέρνηση, διαμαρτύρεται για τη ρύθμιση αυτή, που μειώνει δραματικά τις επικουρικές συντάξεις και πανικόβλητη στις 18 Μάρτη τροποποίησε τη θέση («Επικουρική σύνταξη, ως κάτω βάση, στο 20% του συντάξιμου μισθού»). Πρόκειται, βέβαια, για κοροϊδία, όπως κοροϊδία είναι η πρόβλεψη του νομοσχεδίου για δυνατότητα μεγαλύτερης επικουρικής μετά από απόφαση του Υπ. Οικονομικών.
Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ είναι: «Τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν αυξάνονται». Με τη θέση αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ, έμμεσα πλην σαφώς, στηρίζει τα όρια ηλικίας των αντιασφαλιστικών νόμων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ,που είναι για τους προσληφθέντες μετά το 1993 (στην πλειοψηφία τους νέοι) στα 65 για άνδρες και γυναίκες! Είναι το λιγότερο υποκρισία να εμφανίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ ως υπερασπιστής της νεολαίας.
Στη συνέχεια, αναφέρει: «Αντίθετα, επανέρχεται η ισχύς της 35ετίας χωρίς όριο ηλικίας». Δύο ζητήματα για το αίτημα αυτό: Η 35ετία ήταν αίτημα και κατάκτηση προηγούμενων δεκαετιών και σήμερα δεν εκφράζει από τη μια τις σύγχρονες δυνατότητες με τη μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας και τη συσσώρευση πλούτου και, απ’ την άλλη, τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων. Είναι ρεαλιστικό σήμερα το αίτημα για σύνταξη στα 30 χρόνια εργασίας, ανεξαρτήτως ηλικίας και όριο ηλικίας όχι πάνω από 60 για άντρες και 55 για γυναίκες. Αίτημα που διεκδικούν το ΚΚΕ και το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα.
Στις θέσεις που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Οχτώβρη υπήρχαν τα αιτήματα «Προστασία της μητρότητας μέσα κι από το ασφαλιστικό σύστημα» και «Διατήρηση των θετικών διακρίσεων για τις γυναίκες». Αυτά αφαιρέθηκαν στις νέες θέσεις (18 Μάρτη) με τη γενικόλογη – αόριστη θέση: «Ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις και μέτρα πολιτικής για τη θέση της γυναίκας στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης». Τίποτα το συγκεκριμένο δεν καταθέτει. Ούτε καν για το επίμαχο ζήτημα της διαφοράς 5ετίας μεταξύ αντρών – γυναικών δε λέει κουβέντα. Χωρίς όμως αυτό, χωρίς κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και τη λήψη πρόσθετων ουσιαστικών μέτρων, δεν υπάρχει στήριξη στη γυναίκα και πολύ περισσότερο στη μητρότητα.
Το ασφαλιστικό είναι πρόβλημα οικονομικό, λέει η κυβέρνηση, και αν δεν περιοριστεί το κόστος, δηλαδή αν δεν περιοριστούν τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, το ασφαλιστικό σύστημα θα καταρρεύσει. Ως οικονομικό ζήτημα το αντιμετωπίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος προτείνει την εξεύρεση νέων πόρων με τη δημιουργία «ειδικού αποθεματικού ταμείου κοινωνικής αλληλεγγύης». Ανάλογες προτάσεις προβάλλουν ΠΑΣΟΚ, ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ.
Οι περίφημοι νέοι πόροι, που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αφορούν τη φορολογία μερισμάτων και των συναλλαγών στο χρηματιστήριο, το 50% από τα πρόστιμα σε φοροφυγάδες, για αισχροκέρδεια και τη δημιουργία καρτέλ. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι… Ανάμεσα στις προτάσεις διαβάζουμε «πρόσθετη φορολογία των επιχειρήσεων με δραστηριότητα γύρω από τα τυχερά παιχνίδια» και «Τμήμα των προστίμων που επιβάλλονται για παραβιάσεις του ΚΟΚ». Τόσο σοβαρά αντιμετωπίζουν το Ασφαλιστικό.
Η κυβέρνηση υιοθέτησε την ιδέα και δημιουργεί «ασφαλιστικό κεφάλαιο κοινωνικής αλληλεγγύης», στο οποίο θα πηγαίνει και το 10% των χρημάτων από τις ιδιωτικοποιήσεις του δημόσιου τομέα (αυτό το πρότεινε το ΠΑΣΟΚ και η ΓΣΕΕ). Ο ΣΥΡΙΖΑ έτρεξε και πάλι να αφαιρέσει από τις «νέες» θέσεις του (18 Μάρτη) τη δημιουργία του«ταμείου αλληλεγγύης».
Αλήθεια, αυτούς τους νέους πόρους ποιος εμποδίζει το κεφάλαιο να τους καταληστεύσει,όπωςέκανε και με τις εισφορές των εργαζομένων; Η θεωρία των«νέων πόρων»είναι η συνέχεια της κυβερνητικής προπαγάνδας: «Δεν αντέχει η οικονομία», «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός». Αντέχει και παρααντέχει η οικονομία και ο προϋπολογισμός. Είναι ζήτημα πολιτικής. Το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι επιδιώκουν τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, των εργαζομένων και οι εργαζόμενοι από την άλλη απαιτούν ν’ απολαμβάνουν οι ίδιοι τον πλούτο που παράγουν.
Στην απαίτηση των εργαζομένων «να πληρώσει το μεγάλο κεφάλαιο και ο προϋπολογισμός» κάποιοι φωνάζουν πονηρά: Ο κρατικός προϋπολογισμός είναι χρήματα των εργαζομένων και το αίτημα αυτό σημαίνει «να πληρώσουν οι εργαζόμενοι». Καμία αντίφαση δεν υπάρχει. Και τα χρήματα του προϋπολογισμού, και τα κέρδη των επιχειρήσεων και όλος ο πλούτος αυτής της χώρας παράγεται από τους εργαζόμενους. Τι πιο φυσιολογικό από το να διεκδικείς να πληρώσει το κεφάλαιο και να καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός τη χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών, εντείνοντας την πάλη κατά της πολιτικής που χρησιμοποιεί τον κρατικό προϋπολογισμό για τη στήριξη, την ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου;
Αρρηκτα δεμένο με το ύψος των συντάξεων είναι μεν το ποσοστό αναπλήρωσης, αλλά και ο μισθός του εργαζόμενου. Ο ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το αίτημα του ΚΚΕ και του ταξικού κινήματος για 1.400 ευρώ κατώτερο μισθό – 1.120 κατώτερη σύνταξη και δεν ξεκαθαρίζει τις αυξήσεις που πρέπει να διεκδικήσουν οι εργαζόμενοι. Αυτό που κάνει είναι να εξωραΐζει την αντιλαϊκή πολιτική της σύγκλισης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και η παράταξή του στη ΓΣΕΕ διεκδικούν κατώτερη σύνταξη «20 ημερομίσθια της ΕΓΣΣΕ για την κύρια σύνταξη και 5 για την επικουρική», δηλαδή σύνολο 734 ευρώ μεικτά! Σημείο αναφοράς για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η ΕΓΣΣΕ φτώχειας που υπογράφει η γνωστή πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και στα λόγια απορρίπτει.
Στο κρίσιμο αυτό ζήτημα, ο ΣΥΡΙΖΑ αντί για αποκλειστικά δημόσιο καθολικό υποχρεωτικό κοινωνικό – ασφαλιστικό σύστημα τάσσεται υπέρ της ιδιωτικής και της επαγγελματικής ασφάλισης με τη διευκρίνιση ότι «δεν ανήκουν στο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο διέπει το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και κατά συνέπεια δεν αποτελεί πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης». Τάσσεται, επίσης, υπέρ της ύπαρξης και λειτουργίας ιδιωτικού συστήματος Υγείας, αρκεί να «επιβάλλεται ο έλεγχος των ιδιωτικών φορέων υγείας (ιδιωτικών κλινικών, θεραπευτήρια, ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα)».
Τα περί υπεράσπισης του Δημόσιου Τομέα αποτελούν υποκρισία, λόγια του αέρα. Απ’ τη στιγμή που είναι υπέρ της εμπορευματοποίησης της Υγείας, είναι υπέρ των επαγγελματικών ταμείων που λειτουργούν με ιδιωτικά κριτήρια και δεν εναντιώνεται στην ιδιωτική ασφάλιση και υγεία, τα περί «ελέγχου» είναι πρόσχημα, για τα μάτια του κόσμου. Πολύ περισσότερο που η πράξη αποδεικνύει ότι όσο ενισχύονται οι οικονομικοί όμιλοι στον τομέα αυτό, ο δημόσιος τομέας υποβαθμίζεται και λειτουργεί με επιχειρηματικά κριτήρια σε βάρος των εργαζομένων.
Η ηγεσία του ΣΥΝ προχωράει συνειδητά, γνωρίζοντας ότι οι προτάσεις της ενσωματώνονται στην αντιλαϊκή πολιτική, στις επιλογές του κεφαλαίου και δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση αντιπαράθεσης με την ουσία των αντιδραστικών αλλαγών που προωθούνται στην Κοινωνική Ασφάλιση, στις εργασιακές σχέσεις και σε άλλους τομείς. Και επιμένει συνειδητά, γιατί αυτή η τακτική αντιστοιχεί στη στρατηγική της διαχείρισης του συστήματος, στην πολιτική που αποσκοπεί στη στήριξη της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου, στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Οι θέσεις αυτές πρέπει ν’ αποκαλυφθούν, να χτυπηθούν και ν’ απομονωθούν από τους εργαζόμενους που κατανοούν καλύτερα στην πορεία του χρόνου ότι τα περί «ενότητας» που αναμασά ο ΣΥΝ και η πλειοψηφία των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ είναι «ενότητα» που αποσκοπεί στην υποταγή των εργαζομένων και στην ενσωμάτωσή τους στις επιλογές του κεφαλαίου. Κι αυτό αφορά και τον περιορισμό των αιτημάτων, τη μονόπλευρη προβολή του αιτήματος «να αποσυρθεί το νομοσχέδιο». Γιατί αυτό αβαντάρει και αθωώνει το ΠΑΣΟΚ, δεν απαντά στο σύνολο της αντιασφαλιστικής και αντιλαϊκής επίθεσης. Δεν απαντά τι θα γίνει με τους υπάρχοντες αντιασφαλιστικούς νόμους, δεν απαντά στις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων και δεν απαντά στους χιλιάδες, νεότερους στην ηλικία, εργαζόμενους που προσλαμβάνονται μετά το 1993 και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα έχουν συρρικνωθεί παραπέρα.
Μέλος του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ (Ριζοσπάστης 19/3/2008 )
ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Κάμερες παρακολούθησης σε κατοικίες υπόπτων
Πράσινο φως από την κυβέρνηση στην αστυνομία, στο πλαίσιο της αντιτρομοκρατικής δράσης της, να εγκαταστήσει κάμερες σε κατοικίες υπόπτων για μέγιστο διάστημα ενός μήνα, σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Suddeutsche Zeitung», που επικαλείται νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας.
Η επίμαχη διάταξη φέρεται να εγκρίθηκε από τον Χριστιανοδημοκράτη υπουργό Εσωτερικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και την υπουργό Δικαιοσύνης Μπριγκίτε Τσίπρις, που ανήκει στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Πάντως, το νομοσχέδιο αυτό δεν έχει ακόμη επικυρωθεί από το γερμανικό Κοινοβούλιο. Οι αποκαλύψεις αυτές έρχονται λίγο μετά την εισήγηση της κυβέρνησης ενός νομοσχεδίου που επιτρέπει στην αστυνομία να κατασκοπεύει μέσω του Internet τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ύποπτων προσώπων.
Στο μεταξύ κόπασαν τα σενάρια μετά την κίνηση της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) να συγκροτήσει συμμαχία με το κόμμα των Πρασίνων ώστε να σχηματίσουν κυβέρνηση στο Αμβούργο, μετά την απόρριψη εκ μέρους των ηγεσιών των δύο κομμάτων ότι αυτή η κίνηση ενδεχομένως μπορούσε να επαναληφθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο. (Ριζοσπάστης 18/3/2008)
Ξεσηκώθηκαν οι σύγχρονοι είλωτες
Πάνω από 1.500 εργάτες γης συγκεντρώθηκαν χτες στην πλατεία της Νέας Μανωλάδας, διεκδικώντας αυξήσεις στο μεροκάματο και καλύτερες συνθήκες δουλειάς
Με περίσσιο θάρρος, όλοι οι εργάτες γης στην περιοχή της Νέας Μανωλάδας στην Ηλεία, απ’ όπου βγαίνει το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής της φράουλας (περίπου το 90%) αρνήθηκαν χτες να πιάσουν δουλειά στα χωράφια, απαιτώντας μεγαλύτερο μεροκάματο και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Συγκεκριμένα, περισσότεροι από 1.500 εργάτες γης, κυρίως από το Μπαγκλαντές, αλλά και Βούλγαροι, Αλβανοί, Ινδοί και Ρουμάνοι, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δε διαθέτουν τα απαραίτητα έγγραφα παραμονής, συγκεντρώθηκαν από νωρίς το πρωί στην κεντρική πλατεία της Νέας Μανωλάδας και απαίτησαν από τους σύγχρονους τσιφλικάδες της περιοχής το μεροκάματο να πάει στα 30 ευρώ (από 23.50), να πληρωθούν άμεσα τα δεδουλευμένα (σε ορισμένους φτάνουν μέχρι και 7 μήνες) και ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης. Οι εργάτες γης, αντιδρώντας στο όργιο εκμετάλλευσης που έχουν επιβάλει οι μεγαλοκαλλιεργητές της περιοχής, τους διαμήνυσαν πως αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους δε θα ξαναπάνε για δουλειά. Για πρώτη φορά, οι αλλοδαποί εργάτες γης αψηφούν τις ωμές απειλές των μεγαλοπαραγωγών για πογκρόμ συλλήψεων από την αστυνομία και διεκδικούν τα ελάχιστα ώστε στοιχειωδώς να ζουν ως άνθρωποι. Οι συνθήκες εργασίας στα θερμοκήπια της φράουλας μοιάζουν με θάλαμο αερίων. Ιδιαίτερα όταν η εξωτερική θερμοκρασία σκαρφαλώνει και ξεπερνά τους 30 βαθμούς Κελσίου στο εσωτερικό του θερμοκηπίου εκτινάσσεται πάνω από 45 βαθμούς με την ατμόσφαιρα πλέον να είναι αποπνικτική. Ο «Ρ» ήταν η πρώτη εφημερίδα που πριν από ένα χρόνο είχε αποκαλύψει με επιτόπια αποστολή το άθλιο καθεστώς της εκμετάλλευσης στα θερμοκήπια της Ηλείας. Οι χώροι στους οποίους διαμένουν οι μετανάστες εργάτες δεν κάνουν ούτε για να σταβλίζονται ζώα, πολλώ δε μάλλον να κατοικούν άνθρωποι. Η εικόνα είναι απελπιστική. Στις κατασκευές – θερμοκήπια που καλλιεργούν τις φράουλες στις ίδιες ακριβώς κατασκευές – παράγκες – θερμοκήπια οι μεγαλοπαραγωγοί στοιβάζουν τους μετανάστες – έξω από το χωριό στα βάθη των αγρών – οι οποίες και αποτελούν τα σπίτια τους. Κάθονται και κοιμούνται σε ξύλινες παλέτες με χαρτόνι για σεντόνι και μοναδικό σκέπαστρο μια κουρελού. Πόσιμο νερό, τουαλέτα, ρεύμα είναι ανύπαρκτες έννοιες. Η ατομική τους υγιεινή και το μπάνιο γίνεται από μια σωλήνα γεώτρησης, καταμεσής στο ύπαιθρο, με τα νερά να λιμνάζουν ακριβώς δίπλα όπου μένουν και να λειτουργούν ως φως, πάνω στο οποίο συνωστίζονται όλων των ειδών τα έντομα. Από το ίδιο νερό, διανθισμένο με κάθε είδους «σαρίδια», πίνουν και μαγειρεύουν. Οι περισσότερο τυχεροί, ελάχιστοι στον αριθμό, διαβιούν κατά εικοσάδες σε εγκαταλειμμένα παλαιά σπίτια και αποθήκες που «άνοιξαν», για να φιλοξενήσουν ανθρώπους οι οποίοι πληρώνουν με το κεφάλι την παραμονή τους. Ετσι, εκεί που κατοικούσαν ποντίκια, σαύρες και αράχνες δημιουργήθηκε χώρος και για ανθρώπους. (Ριζοσπάστης 19/3/2008)