06.15.08
Παγκόσμιο ντελίριο εξοπλισμών με τις ΗΠΑ σε παροξυσμό!
Τα πολεμικά σχέδια και τις επεμβατικές διαθέσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αντανακλούν οι δαπάνες για στρατιωτικούς σκοπούς, οι οποίες το 2007 ξεπέρασαν τα 1.339 δισεκατομμύρια δολάρια!
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου για τους Εξοπλισμούς και τον Αφοπλισμό (SIPRI), οι παγκόσμιες πολεμικές δαπάνες ήταν αυξημένες κατά 6% σε σχέση με το 2006 και κατά 45% σε σχέση με το 1998. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 2,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ και μεταφράζεται σε κατά κεφαλήν δαπάνη 202 δολαρίων.
Η περιφέρεια με τη μεγαλύτερη αύξηση πολεμικών δαπανών, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1998 – 2007, ήταν η Ανατολική Ευρώπη με ποσοστό αύξησης 162%. Ηταν επίσης η περιοχή με τη μεγαλύτερη αύξηση το 2007, με τη Ρωσία να παρουσιάζει αύξηση κατά 15%.
Αλλες περιφέρειες με αύξηση πολεμικών δαπανών άνω του 50% ήταν η Βόρεια Αμερική (65%), η Μέση Ανατολή (62%), η Νότια Ασία (57%), η Αφρική και η Ανατολική Ασία (και οι δύο 51%). Τέλος, οι περιφέρειες με τη χαμηλότερη αύξηση κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 10 ετών ήταν η Δυτική Ευρώπη (6%) και η Κεντρική Αμερική (14%).
Για μια ακόμη χρονιά, η μερίδα του λέοντος στις πολεμικές δαπάνες ανήκει στις ΗΠΑ, οι οποίες (μόνες τους) δαπανούν για πολεμικούς σκοπούς περίπου όσα όλες οι άλλες χώρες του πλανήτη μαζί!
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI, οι πολεμικές δαπάνες των ΗΠΑ αντιπροσώπευαν, το 2007, το 45% των παγκόσμιων πολεμικών δαπανών…
Ακολουθούν η Βρετανία, η Κίνα, η Γαλλία και η Ιαπωνία με δαπάνες που αντιπροσωπεύουν το 4% έως 5% των παγκόσμιων δαπανών.
Οι πολεμικές δαπάνες των ΗΠΑ αυξήθηκαν (από το 2001) σε μέσους πραγματικούς όρους κατά 59%, κυρίως εξαιτίας των υπέρογκων δαπανών για τη συντήρηση των πολεμικών – κατοχικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, αλλά και εξαιτίας της μεγάλης αύξησης των δαπανών για την αγορά νέων οπλικών συστημάτων. Το 2007 το ποσό που δαπανήθηκε για πολεμικούς σκοπούς στις ΗΠΑ ήταν το μεγαλύτερο από την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Η Κίνα παρουσίασε μια θεαματική αύξηση των στρατιωτικών της δαπανών. Συγκεκριμένα, το ποσό των δαπανών για στρατιωτικούς σκοπούς τριπλασιάστηκε κατά την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, εξαιτίας της τεράστιας ανάπτυξης των τελευταίων χρόνων και της εντυπωσιακής αύξησης του ΑΕΠ, οι στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ φθάνουν στο 2,1%.
Με ταχείς ρυθμούς αυξάνονται οι πολεμικές δαπάνες και στις περιοχές του Καυκάσου (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία) εξαιτίας των εσωτερικών συγκρούσεων που πολλαπλασιάζονται, αλλά και εξαιτίας εξωτερικών παρεμβάσεων. Υπολογίζεται ότι ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου πηγαίνει για πολεμικούς σκοπούς σ’ αυτές τις χώρες. (Ριζοσπάστης 15/6/2008)
ΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ: Για την ανάδειξη αξιόπιστου δεύτερου πόλου αστικής διακυβέρνησης
Ο ελληνικός λαός μέσα σ’ ένα διάστημα εννιά μηνών έχει γίνει μάρτυρας μιας σύγκρουσης προσώπων και ομάδων που αντιπαρατίθενται χωρίς ιδεολογικές, προγραμματικές και πολιτικές διαφορές. Χωρίς καμιά απολύτως αναφορά ή προσέγγιση απ’ όλους αυτούς πολιτικών θέσεων σε όφελος των συμφερόντων του. Επίσης, ο ελληνικός λαός, που ζει στο πετσί του τις πολιτικές εξυπηρέτησης του μεγάλου κεφαλαίου, γίνεται μάρτυρας των στρατηγικών συγκλίσεων όλων των συνιστωσών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.
Η προσχηματική διαφωνία του Κ. Σημίτη στην πρωτοβουλία του Γ. Παπανδρέου να ζητήσει δημοψήφισμα για την Ευρωσυνθήκη, την ίδια στιγμή μάλιστα που και οι δυο, όπως και το «όλον ΠΑΣΟΚ», ψήφισαν και εξέφρασαν την πολιτική τους συμφωνία υπέρ της αντιδραστικής Συνταγματικής Συνθήκης της ΕΕ ήταν η αφορμή. Η αιτία της αμφισβήτησης του Γ. Παπανδρέου από τον πρώην πρωθυπουργό πρέπει να αναζητηθεί στη βαθιά κρίση που διέρχεται το ΠΑΣΟΚ.
Αυτή η «ανεπάρκεια» του ΠΑΣΟΚ, όσο και αν επιχειρείται από ορισμένα στελέχη του, αλλά και κύκλους της καθεστηκυΐας τάξης να αποδοθεί στα «πρόσωπα» και στην απουσία «ηγετικού προφίλ» από τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, δεν πείθει. Δεν πείθει γιατί έχει διευρυνθεί η πεποίθηση ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα ότι μεταξύ των εταίρων του δικομματισμού δεν υπάρχουν διαφορές στις στρατηγικές πολιτικές επιλογές τους, αντίθετα μάλιστα υπάρχει πλήρη ταύτιση στην προώθηση και στήριξη μιας πολιτικής που βάζει στο στόχαστρό της τα λαϊκά συμφέροντα προς όφελος της πλουτοκρατίας.
Αυτή η στάση του ελληνικού λαού απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, η οποία μάλιστα το τελευταίο διάστημα αποτυπώνεται όλο και πιο έντονα στις δημοσκοπήσεις, έκρουσε τον «κώδωνα του κινδύνου» για την αστική τάξη και τους πολιτικούς εκφραστές της. Η εμφάνιση, λοιπόν, του Κ. Σημίτη τη συγκεκριμένη στιγμή και όταν μάλιστα έχουν προηγηθεί δηλώσεις κορυφαίων στελεχών του ΠΑΣΟΚ από το μπλοκ των λεγόμενων «εκσυγχρονιστών» (Διαμαντοπούλου, Χρυσοχοΐδης) που έθεταν ως χρονικό περιθώριο ανάκαμψης του κόμματός του τον φετινό Ιούνιο, μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί…
Μόνο που αυτό δυσκολεύει να εκφραστούν οι διαρροές της ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ. Δυσκολεύει τη συγκέντρωση της κρίσιμης μάζας στους κόλπους του δικομματισμού ώστε να μη δυσλειτουργεί το σύστημα. Και όσο και αν υπάρχει και ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για εκτόνωση, αυτός καθόλου δεν εμπνέει εμπιστοσύνη για τον κυβερνητισμό που χρειάζονται οι αστοί. Ετσι μπορεί να τον χρησιμοποιούν κατά το δοκούν, αλλά ψάχνουν για σταθερά αστικά κόμματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα γνωστά συγκροτήματα του Τύπου και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ έσπευσαν αρχικά να «αγκαλιάσουν» την πρωτοβουλία Σημίτη και στη συνέχεια να σημειώσουν με έμφαση ότι όταν ένας πρώην πρωθυπουργός αναλαμβάνει τόσο σημαντικές πρωτοβουλίες, αυτές δεν μπορεί παρά να αποτελούν μέρος ενός γενικότερου κεντρικού σχεδιασμού. Η τοποθέτηση εξάλλου του Κ. Σημίτη στην επιστολή του προς τον Γ. Παπανδρέου, με την οποία τονίζει ότι «το ΠΑΣΟΚ από το 2004 και μετά έχασε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις και το ποσοστό του στην απήχηση των ψηφοφόρων έχει μειωθεί δραστικά. Κάθε μέλος του ΠΑΣΟΚ, και ιδίως εγώ, έχει υποχρέωση να προβληματιστεί για την εξέλιξη αυτή», έρχεται ακριβώς για να σηματοδοτήσει τις προθέσεις του πρώην πρωθυπουργού. Βεβαίως, κοινός στόχος όλων των «πρωτοβουλιών» είναι η ανάδειξη ενός αξιόπιστου πόλου αστικής διακυβέρνησης.
Ο λαός δεν έχει τίποτα να περιμένει από αυτές τις εξελίξεις, δικός τους στόχος πολιτικής πάλης πρέπει να είναι η ανατροπή αυτής της εξουσίας…
Ομοιος τον όμοιο αγαπά…
Η στόχευση των κομμάτων του ευρωμονόδρομου είναι κοινή και στον τομέα της Παιδείας, ακριβώς γιατί οι βασικές επιδιώξεις καθορίζονται από την ΕΕ, τη στρατηγική της Λισαβόνας και τη διαδικασία της Μπολόνια. Το κάθε κόμμα που δηλώνει «πίστη» στην ΕΕ, παίζει το ρόλο που του αναλογεί στον εγκλωβισμό και τον αποπροσανατολισμό λαϊκών δυνάμεων και κρύβει επιμελώς πίσω από καλολογίες την απόλυτη ταύτισή του στους στόχους: Γκρέμισμα και του τελευταίου εμποδίου για την πλήρη πρόσδεση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο άρμα του μεγάλου κεφαλαίου, λειτουργία μιας «αγοράς» ανώτατης εκπαίδευσης με μοχλό την ανταγωνιστικότητα, δημόσια πανεπιστήμια που λειτουργούν ως ιδιωτικά με επιχειρηματικά κριτήρια.
Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν τσιγκουνεύεται επαίνων για την «αυτοτέλεια»: «Τα πανεπιστήμια πρέπει να παραμείνουν αυτοδιοικούμενοι δημόσιοι οργανισμοί, ΝΠΔΔ, με ακαδημαϊκή αυτοτέλεια και δημοκρατική συλλογική λειτουργία, ώστε να διασφαλίζονται η ελευθερία στη διδασκαλία και στην έρευνα και η διαφάνεια» (Τάσος Κουράκης, 9/6/2008).
Αλλά και το ΠΑΣΟΚ, ως προς την «αυτοτέλεια» των ιδρυμάτων, δεν κάνει …σκόντο. Παρουσιάζοντας το πανεπιστήμιο που «οραματίζεται» το ΠΑΣΟΚ, ο Γ. Παπανδρέου υπογραμμίζει(7/6/2008): «Πανεπιστήμιο που λειτουργεί με πλήρη αυτοτέλεια, που είναι υπόλογο στην κοινωνία για το αποτέλεσμά του, που παράγει και δε χειραγωγείται από την κυβέρνηση, που είναι ελεύθερο, χρηματοδοτούμενο σωστά, με λογοδοσία και αξιολόγηση, με λόγο και ρόλο στην πορεία της οικονομίας, με λόγο και ρόλο στην περιφερειακή ανάπτυξη της κοινωνίας μας».
«Η αξιολόγηση βουλιάζει στη γραφειοκρατία» είναι ο λυγμός του ΠΑΣΟΚ (ανακοίνωση 12/6/2008), που συμφωνεί απόλυτα με την «αξιολόγηση», καθώς άλλωστε υποστηρίζει «ένα πανεπιστήμιο που θα αξιολογείται και αξιολογείται και από το ποσοστό εκείνων που θα βρίσκουν δουλειά σε διάστημα ενός έτους από την αποφοίτησή τους» (Γ. Παπανδρέου, 7/6/2008).
Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει την «αξιολόγηση» και προκειμένου να …διαφοροποιηθεί μιλάει για «αυστηρή και τεκμηριωμένη αποτίμηση του ακαδημαϊκού και διοικητικού έργου των ΑΕΙ». Αλλωστε και στο «αντινομοσχέδιο», ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «αξιολόγηση» του έργου, με τρόπο που θα καθορίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει «διαφάνεια και απολογισμό σε όλες τις δραστηριότητες των πανεπιστημίων: Εκπαιδευτικές, ερευνητικές, οικονομικές και διοικητικές. Ο απολογισμός πρέπει να είναι ετήσιος και να δημοσιεύεται όχι μόνο μέσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και ευρύτερα, ώστε να “δίνεται λόγος” για το έργο που επιτελείται στο δημόσιο πανεπιστήμιο (…) δημοσιότητα στις πηγές και στη διαχείριση των πόρων» (Τ. Κουράκης, 9/6/2008). Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ ζητάει ένα «πανεπιστήμιο με δημόσιο έλεγχο, σε σύνδεση με την παραγωγή και τις ανάγκες της χώρας», «πανεπιστήμιο υπόλογο στην κοινωνία για το αποτέλεσμά του» (Γ. Παπανδρέου, 7/6/2008).
Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα παραπάνω στοιχεία του νόμου – πλαισίου εντάσσονται και στην πρόταση του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ («αντινομοσχέδιο» – 28 τροπολογίες): Εσωτερικοί κανονισμοί, τετραετή προγράμματα, περικοπή δωρεάν διανομής συγγραμμάτων… Για να κρύψει την απόλυτη συναίνεση με τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ παραθέτει ένα «φύλλο συκής», ότι δήθεν οι προτάσεις του κινούνται σε διαφορετικό πλαίσιο… Τα τετραετή προγράμματα, ακόμα και με μικροδιαφοροποιήσεις, είναι επιχειρησιακά προγράμματα ενός πανεπιστημίου που λειτουργεί με όρους αγοράς. Αλλωστε, όταν κουμάντο κάνουν τα μονοπώλια, τα πανεπιστήμια έρχονται να υπηρετήσουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Και με τα μονοπώλια ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δε σηκώνει αντιπαράθεση.