04.16.09

Καλό Φευγίο Νικόλα

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized στο 7:59 μμ από jmaay

Δεν συνηθίζω να γράφω προσωπικά, δεν είναι του στιλ μου, ούτε νομίζω ότι θα πρέπει γενικά να γράφουμε τα “Εσώψυχά” μας για να τα διαβάζουν όλοι. Όμως σήμερα θα κάνω πίσω, θα γράψω για σένα Νικόλα, έτσι για να σε τιμήσω με λίγα γράμματα, να σε θυμάμε και εγώ στο μέλλον, να σε θυμούνται και άλλοι.

Θειός μου ήσουν, μα σαν ξάδελφο σε είχα. Δεν σε θυμάμαι μικρό, μόνο μια αμυδρή εικόνα ότι είχες μηχανάκι και “μοϊκάνα” τίποτα άλλο πριν από το χτύπημα. Το χτύπημα εκείνο, μιας πρωτοχρονιάς που έπεσες με το μηχανάκι σου μέσα στο δάσος πάνω στην πέτρα.

Μετά, σε θυμάμαι.

Σταθερά με τις παντελόνες σου πάνω από την μέση, το μαντίλι σου για τον ιδρώτα πάνω στο κεφάλι, να περπατάς, να περπατάς, και όπου βρεις κανένα φίλο ή γνωστό να σταματάς για να διακόψεις την μοναξιά σου. Με λίγα λόγια. Ποτέ δεν έλεγες πολλά για να μην μας κουράσεις, να μην μας πρήξεις, σε έτρωγε πάντα αυτό: να μην μας πρήξεις και μας κουράσεις.

Το τάβλι σου άρεζε, πάντα ήθελες να παίζεις, μα δύσκολα είχες αντίπαλο, μοναξιά και εδώ. Έπαιζες με τον Πατέρα σου, τον θείο τον Θανάση, κανένα φίλο του, που και που ερχόταν και κανένας φίλος από τα παλιά και έπαιζε μαζί σου. Λίγοι ήταν αυτοί. Οι περισσότεροι σε ξέχασαν μετά το χτύπημα. Ήρθαν πάντως σήμερα κάποιοι από αυτούς, ένας έκλαιγε κιόλας, ίσως τελικά να σε αγαπούσαν και ας μην ερχόντουσαν για να παίξουν το τάβλι μαζί σου, ίσως πάλι στο φευγίο όλοι να σε θυμηθήκαμε, ακόμα και εγώ που τώρα γράφω. Αν σου έλεγα πόσες φορές σκέφτηκα να έρθω για να σου κάνω παρέα θα αναρωτιόσουν γιατί ποτέ δεν ήρθα. Τι να σου πω Νικόλα, δεν έχω δικαιολογία….

Σε θυμάμαι μια μέρα ένα μεσημέρι στο σπίτι σου, που κάτσαμε στο τραπέζι, όπως γίνεται πάντα όταν έρχομαι, τις λίγες φορές, που έτρωγες ψωμί με λάδι, με έκανε εντύπωση, την κράτησα και εγώ αυτήν την συνήθεια. Κάτι μου άφησες να τραβώ μαζί μου για να σε θυμάμαι, να ζεις μέσα από μένα όπως έλεγε και ο άλλος Νίκος!!

Δεν άφησες μόνο αυτό αλλά και το βιβλιό σου για τις μέλισσες, την θύμηση του μελιού σου, του αγαπημένου μου μελιού που σίγουρα θα μου λείψει.

Σε θυμάμαι Νικόλα όταν έμπαινες στην αυλή μας, ή περνούσες από έξω και μου έλεγες: “ Ο Οδυσσέας δεν είσαι, το ξέχασα, πόσο μαλάκας είμαι, το ξέχασα!!!” σε έκαιγε πάντα το “κουσούρι” του χτυπήματος. Ήξερες ότι σου άφησε κουσούρι, σε στεναχωρούσε.

Σε θυμάμαι να μιλάς για την μοναξιά σου. Σε θυμάμαι να περπατάς ώρες και ώρες μόνος σου με κανά παγωτό στο χέρι να λες πως είσαι μόνος πως δεν έχεις φίλους.

Σε θυμάμαι στο σπίτι σου να προσπαθείς να μας φιλέψεις όσο καλύτερα μπορούσες, χαιρόσουν που ερχόμασταν. Σε θυμάμαι Στην άκρη του δρόμου να κάνεις την δουλειά σου, να καθαρίζεις τον δρόμο, με το αμάξι σου, εκείνο το κίτρινο αμάξι σου πάντα κοντά σου, θυμάμαι να σε φωνάζω από το αμάξι: “ Γειά σου Νικόλα !!” και εσύ να κοιτάς και να συνεχίζεις την δουλειά. Πάντα τελείωνες πρώτος και πηγαινες σπίτι!

Σε θυμάμαι Νικόλα και μετανιώνω που δεν ήρθα να σου κάνω λίγο παρέα, να παίξουμε κανένα τάβλι, μετανιώνω αλλά και που να φανταστώ ότι θα έφευγες τόσο γρήγορα και τόσο ξαφνικά. Στο παγκάκι της πλατείας, απέναντι από το δημαρχείο, άργά το βράδυ της μεγάλης Τετάρτης, ξημερώματα μεγάλης Πέμπτης που μάλλον κάθησες να ξαπωστάσεις μετά από άλλη μια από τις γνωστές σου βόλτες. Μάλλον συνέχισες τον δρόμο σου.

Καλό φευγιό Νικόλα, καλό φευγίο Νικόλα Βασιλείου.